διαλέκτων

διάλεκτος
discourse
fem gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αλγερία — I (Αστρον.).Αστεροειδής που το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 14,6, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 10,5. II Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Δωριείς — Ένα από τα τέσσερα αρχαία ελληνικά φύλα, που κατά το τέλος του 12ου αι. π.Χ. ξεκίνησε από την Ήπειρο, όπου ζούσε σε πρωτόγονες, ημινομαδικές συνθήκες, μετακινήθηκε προς τα Ν και εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας και των… …   Dictionary of Greek

  • Ινδοευρωπαίοι — Ονομασία των λαών που ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική ομάδα. Περιλαμβάνει τις γλώσσες που ομιλούνται στην Ευρώπη και στην Ασία και έχουν κοινή γλωσσική καταγωγή. Η έννοια Ι. γεννήθηκε τον 19ο αι., όταν η μελέτη του ινδουισμού οδήγησε πολλούς… …   Dictionary of Greek

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

  • λαδινική — Ομάδα διαλέκτων καταγόμενων από τη λατινική. Η λ., η οποία ονομάζεται και ραιτορομανική, χρησιμοποιείται από περίπου 450.000 άτομα και περιλαμβάνει τρεις χωριστές ζώνες γερμανικών και ενετικών γλωσσικών περιοχών: τις φριουλικές διαλέκτους, τις… …   Dictionary of Greek

  • χαμιτο-σημιτικές γλώσσες — Η γλωσσική αυτή οικογένεια περιλαμβάνει 4 γλωσσικές ομάδες: τη σημιτική, την αιγυπτιακή, τη λιβυκο βερβερική και την κουχιτική. Από τις ομάδες αυτές οι 3 τελευταίες δηλώνονται συνήθως με την κοινή ονομασία χαμιτικές γλώσσες. Αν και, αντίθετα από… …   Dictionary of Greek

  • Macedonians (ethnic group) — This article is about the modern ethnic group. For the ancient people, see ancient Macedonians. For other uses, see Macedonian (disambiguation). Macedonians Македонци Makedonci …   Wikipedia

  • Dionysios Iambos — (griechisch Διονύσιος ὁ Ἴαμβος) war ein griechischer Grammatiker aus Alexandria. Er ist als Lehrer des Aristophanes von Byzanz und als Verfasser eines Werkes περὶ διαλέκτων („Mundarten“) bekannt, das nicht erhalten ist. Seine Wirkungszeit fällt… …   Deutsch Wikipedia

  • ПАРМЕНОН —    • Parmĕno,          Παρμένων,        1. греческий ямбический писатель; из его стихотворений уцелел отрывок, напечатанный у Meinecke, poet. choliamb., p. 144 слл.;        2. из Родоса, составитель книги о поваренном искусстве μαγειρική… …   Реальный словарь классических древностей

  • Gregor [1] — Gregor (v. gr. Gregorĭos, d.i. der Wachsame, männlicher Name). I. Fürsten. A) Herzog von Benevent: 1) G., Neffe des longobardischen Königs Luitprand, folgte 733 auf Andelas u. regierte bis 740, s. Benevent (Gesch.). B) Hospodare [573] der Moldau …   Pierer's Universal-Lexikon

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.